ἔμπτυσμα

ἔμ-πτυσμα, ατος, τό,
A spitting on, LXX Is.50.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμπτυσμα — spitting on neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμπτυσμα — το (Α ἔμπτυσμα) το αποτέλεσμα τού ἐμπτύω, το φτύσιμο μέσα σε κάτι ή εναντίον κάποιου …   Dictionary of Greek

  • ἐμπτυσμάτων — ἔμπτυσμα spitting on neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπτύσμασι — ἔμπτυσμα spitting on neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπτύσμασιν — ἔμπτυσμα spitting on neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπτύσματα — ἔμπτυσμα spitting on neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπτύσματι — ἔμπτυσμα spitting on neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπτύσματος — ἔμπτυσμα spitting on neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.